'θελε

ἔθελε , ἐθέλω
to be willing
pres imperat act 2nd sg
ἔθελε , ἐθέλω
to be willing
imperf ind act 3rd sg
ἔθελε , ἐθέλω
to be willing
imperf ind act 3rd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θέλε — ἐθέλω to be willing pres imperat act 2nd sg ἐθέλω to be willing imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέλ' — θέλε , ἐθέλω to be willing pres imperat act 2nd sg θέλε , ἐθέλω to be willing imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέλεν — θέλε̄ν , ἐθέλω to be willing pres inf act (epic doric) ἐθέλω to be willing imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέλω — (AM θέλω και ἐθέλω) 1. έχω την επιθυμία ή την ανάγκη ή την πρόθεση να κάνω κάτι ή να πω κάτι, επιθυμώ (α. «θέλω να φάω» β. «εἰ σύ γε σῷ θυμῷ ἐθέλεις», Ομ. Ιλ.) 2. επιθυμώ πολύ, επιζητώ (α. «θέλει να προκόψει» β. «πάντ ἐθέλω δόμεναι», Ομ. Ιλ.) 3.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.